Στις 28 Ιανουαρίου του 1946, όταν το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης συνήλθε ξανά για τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας ύστερα από διακοπή ανάμεσα στην 49η και την 50ή συνεδρίασή του, στο βήμα των μαρτύρων κλήθηκε η Μαρί Βαγιάν Κουτιριέ. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο Γάλλος νομικός Σαρλ Ντιμπόστ προλόγισε την Κουτιριέ ως «μια γυναίκα που υπήρξε κρατούμενη, επί τρία χρόνια, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης».
Η θηριωδία
Η Μαρί Κουτιριέ, μια 34χρονη Γαλλίδα, τολμηρή φωτορεπόρτερ προπολεμικά, σε πείσμα της τότε ολοκληρωτικής ανδροκρατίας στο συγκεκριμένο επάγγελμα, κλήθηκε να αφηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου το προσωπικό της μαρτύριο. Επιβεβαίωσε με την ένορκη κατάθεσή της στη Νυρεμβέργη την ανείπωτη θηριωδία, τα παρανοϊκά ιατρικά πειράματα της ναζιστικής ψευδοεπιστήμης πάνω στους κρατούμενους, τους ευνουχισμούς και τη στείρωση της «κατώτερης φυλής», την κτηνώδη κακοποίηση ακόμη και εγκύων και βρεφών, τους θαλάμους αερίων και τις μαζικές εξοντώσεις.
Υστερα από ένα τετραήμερο εφιαλτικό ταξίδι με τρένο, μέσα στο βορειοευρωπαϊκό καταχείμωνο του 1943, η Μαρί Κουτιριέ έφτασε στο Αουσβιτς ως μία από τις 230 εκτοπιζόμενες Γαλλίδες διανοούμενες. Στο τέλος του πολέμου θα επέστρεφαν στη Γαλλία μόλις 49 εξ αυτών. Στην ίδια κατάθεση των εμπειριών της από το Αουσβιτς, η Κουτιριέ είπε: «Στις μη Εβραίες γυναίκες επιτρεπόταν να γεννήσουν και τα μωρά δεν τους τα έπαιρναν οι Γερμανοί. Ομως, λαμβάνοντας υπόψη τις φρικτές συνθήκες στο στρατόπεδο, σπάνια τα μωρά ζούσαν περισσότερο από 4-5 εβδομάδες. Οι Εβραίες, όταν έφταναν έγκυες στο στρατόπεδο, υποβάλλονταν σε έκτρωση προς το τέλος της εγκυμοσύνης τους - ή, εάν υπήρχε τοκετός, οι Γερμανοί έπνιγαν τα μωρά σε κουβάδες με νερό. Το ξέρω αυτό επειδή εγώ δούλευα στο ιατρείο και εκείνη που είχε αναλάβει αυτό το έργο ήταν μια Γερμανίδα μαία, μια κοινή εγκληματίας, η οποία πριν από τον πόλεμο είχε καταδικαστεί επειδή έκανε αμβλώσεις. Για κάποιο διάστημα έπαψαν να σκοτώνουν μωρά στο Αουσβιτς, αλλά μια ωραία πρωία ήρθε μια διαταγή από το Βερολίνο περί ολικής εξόντωσης. Τότε ανέβασαν τις Εβραίες με τα μωρά τους σε ένα φορτηγό και τις πήγαν στον θάλαμο αερίων».
Τέτοιου είδους ήταν όσα ανήκουστα ακούστηκαν στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπως και οι θρασείες, προκλητικές αρνήσεις οποιασδήποτε ενοχής εκ μέρους των στενών συνεργατών του Χίτλερ. Παραδόξως όμως, μολονότι η Νυρεμβέργη αποτελεί ένα ογκώδες ορόσημο στη νεότερη ανθρώπινη Ιστορία, οι προσωπικές μαρτυρίες σπανίως απασχόλησαν το κοινό, τα ΜΜΕ, ακόμη και τις ανθρωπιστικές/κοινωνικές επιστήμες.
Ο Γκέριγκ (αριστερά) προσπαθεί να κρύψει το μειδίαμά του πίσω από μία κόλλα χαρτί ψιθυρίζοντας κάτι στον Ρούντολφ Ες που κάθεται δίπλα του στο εδώλιο. Δεξιά τους, ο Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ
Κλείσιμο
Οι Ελληνες
Η αναπαράσταση της Κουτιριέ περιέλαβε, μεταξύ πολλών άλλων φρικιαστικών λεπτομερειών, αναφορές σε Ελληνίδες συγκρατούμενές της από τη Θεσσαλονίκη. Ηταν μία από τις πλέον συγκλονιστικές μαρτυρικές καταθέσεις της πρώτης, κύριας και μάλλον της μόνης πραγματικά ουσιαστικής από τις 13 δίκες της Νυρεμβέργης. Τα πρακτικά της, τα οποία τηρήθηκαν σχολαστικά από μια ομάδα γραμματέων και στενογράφων, καταλαμβάνουν συνολικά 17.439 δακτυλόγραφες σελίδες και πάνω από 4 εκατομμύρια λέξεις. Καλύπτοντας τα πάντα, από τις προκαταρκτικές ζυμώσεις, τις ανακρίσεις κατά την προδικασία, την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καθαυτής έως την ετυμηγορία και την ανακοίνωση των ποινών την 1η Οκτωβρίου του 1946.
Οπως έχει καταγραφεί στη σελίδα υπ’ αριθμόν 3.427 αυτών των πρακτικών, η Μαρί Κουτιριέ κατέθεσε στη Νυρεμβέργη ότι «ως προς τα πειράματα έχω δει στο ιατρείο του Αουσβιτς -επειδή εργαζόμουν εκεί- κάποιες νεαρές Εβραίες από τη Θεσσαλονίκη που περίμεναν στη σειρά μπροστά από την αίθουσα ακτινοθεραπείας για στείρωση. Γνωρίζω ότι οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν εγχειρήσεις ευνουχισμού στο στρατόπεδο των ανδρών. Τις γυναίκες τις στείρωναν είτε με φάρμακα είτε με χειρουργική επέμβαση. Γνώρισα αρκετές γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε τέτοια πειράματα. Υπήρχε πολύ υψηλό ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ όσων χρησιμοποιήθηκαν σαν πειραματόζωα, εκείνες όμως που αρνούνταν να στειρωθούν, τις έστελναν σε συνεργεία καταναγκαστικής εργασίας εν είδει τιμωρίας. Σπανίως επιζούσε όποια και όποιος πήγαινε εκεί».
Οι δικαστές ήταν οκτώ: δύο Σοβιετικοί, τρεις Βρετανοί, ένας Αμερικανός και δύο Γάλλοι Ακολούθως, στη σελίδα 3.435 καταγράφηκαν οι αναφορές της Κουτιριέ στον βάρβαρο σαδισμό των ναζί, καθώς περιέγραψε πως «ορισμένες Εβραίες τις έστελναν στο Αουσβιτς μαζί με τις οικογένειές τους, σύσσωμες. Οι Γερμανοί τους ξεγελούσαν, τους έλεγαν ότι θα πήγαιναν σε κάτι σαν γκέτο, και γι’ αυτό θα έπρεπε να πάρουν μαζί τα τιμαλφή τους. Ετσι, οι γυναίκες αυτές μετέφεραν, πολλές φορές, μια ολόκληρη περιουσία. Θυμάμαι, όσον αφορά τις Εβραίες από τη Θεσσαλονίκη, ότι μόλις έφταναν στο Αουσβιτς, τους έδιναν μια καρτ ποστάλ, στην οποία ήταν γραμμένη η ονομασία ενός μέρους, του Waldsee. Υποτίθεται ότι από εκεί έγραφαν στους δικούς τους - μόνο που αυτό το μέρος δεν υπήρχε στην πραγματικότητα.
Οι ναζί έβαζαν τις γυναίκες να υπογράφουν κάποιες φράσεις που ήταν ήδη γραμμένες στις κάρτες, ότι δήθεν “όλα είναι καλά εδώ, έχουμε δουλειά, μας φέρονται ευγενικά, σας περιμένουμε, να έρθετε κι εσείς” κ.λπ. Εχω δει με τα μάτια μου τέτοιες κάρτες, και αφού τις ταχυδρομούσαν ολόκληρες οικογένειες συγκεντρώνονταν στο Στρατολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης για να πάνε στο Αουσβιτς και να σμίξουν ξανά με τους οικείους τους που ήταν ήδη στη Γερμανία. Θυμάμαι μια γυναίκα που ήταν δασκάλα στη Θεσσαλονίκη και είδε τον πατέρα της να μεταφέρεται κι αυτός στο στρατόπεδο».
Αντί του Φύρερ
Οπως είπε στη δίκη η Μαρί Κουτιριέ, η ίδια έφτασε στο Αουσβιτς ακριβώς τρία χρόνια προτού κληθεί στη Νυρεμβέργη. Ωστόσο, το 1946 ήταν εκείνη που συνειδητοποιούσε πως πλέον διέθετε τη δύναμη να στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα τους κορυφαίους συνεργούς του Αδόλφου Χίτλερ. Τους πάλαι ποτέ παντοδύναμους εγκεφάλους του Γ’ Ράιχ, όπως αυτούς που η Κουτιριέ έβλεπε παρατεταγμένους στο πολυθέσιο εδώλιο των κατηγορουμένων. Πρόσωπα ανέκφραστα, αδιαπέραστα από κάθε εξεταστικό βλέμμα που αναζητούσε κάποιο, οποιοδήποτε, ίχνος συναισθήματος.
Πρόσωπα σκοτεινά και ανεξιχνίαστα, βλοσυρά - ή και σαρδονίως μειδιώντα, με πιο χαρακτηριστικό αυτό του τρομερού Oberbefehlshaber der Luftwaffe, ενδεχομένως του μεγαλύτερου «σταρ» απασών των δικών της Νυρεμβέργης: του αμετανόητου και μέχρις εσχάτων προκλητικού αρχιναζί Χέρμαν Γκέρινγκ.
Εκείνου που θεωρούνταν πιο σκληρός ακόμη και από τον Χίτλερ, τον φυσικό διάδοχό του, έναν δαίμονα διεστραμμένης ευφυΐας (η μέτρηση στη Νυρεμβέργη έδωσε IQ 138) μεταμφιεσμένο σε μια προσωπικότητα που ενέπνεε τρόμο και δέος σε οποιονδήποτε διασταυρωνόταν μαζί του, εχθρό ή φίλο. Ακριβώς γι’ αυτό και ακριβώς επειδή ο Χίτλερ ήταν ήδη νεκρός, ο Γκέρινγκ κατ’ ουσίαν δικάστηκε αντί του Φύρερ.
Αλλά και η αυτοκτονία του Γκέρινγκ, με περιπετειώδη τρόπο και μέσα στη φυλακή υψίστης ασφαλείας της Νυρεμβέργης όπου κρατούνταν ως υπόδικος, λειτούργησε συμβολικά ως πράξη έσχατης και επιδεικτικής περιφρόνησης στην έννοια, συλλήβδην, του Διεθνούς Δικαστηρίου για Εγκλήματα Πολέμου. Καθόλου τυχαία, μάλιστα, η μορφή του Γκέρινγκ κυριαρχεί επίσης στην πρόσφατη ταινία «Νυρεμβέργη», μια κινηματογραφική απόπειρα προσέγγισης του μεγαλύτερου, απολύτως αληθινού, δικαστικού δράματος που υπήρξε ποτέ.
Παρ’ όλα αυτά, τον Ιανουάριο του 1943, στο ζενίθ της ναζιστικής παραφροσύνης, η Μαρί Κουτιριέ δεν θα τολμούσε καν να ονειρευτεί ότι είχαν ανατραπεί πλήρως οι ρόλοι ανάμεσα σε αυτή και εκείνους που είχαν απεριόριστη εξουσία πάνω της. Που μπορούσαν ανά πάσα στιγμή και αναλόγως της διάθεσής τους να τη χρησιμοποιήσουν ως κοινόχρηστο σκεύος σεξουαλικής εκτόνωσης, να τη βασανίσουν μέχρι θανάτου ή απλώς να την εκτελέσουν εν ψυχρώ.
Η αυτοκτονία
Ψυχρά και με όλη την αλαζονική του αναίδεια, σε μια αποστροφή του ενόσω εξεταζόταν ως μάρτυρας ο ίδιος, ο Γκέρινγκ διατράνωσε κυνικά ότι «στη μάχη ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο δεν υπάρχει νόμιμο και παράνομο. Κι αυτό δεν το λέω εγώ. Το έχει πει ένας από τους μεγαλύτερους ηγέτες του κόσμου -και μέγας εχθρός της Γερμανίας-, ο σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ».
Οταν το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης εξέδωσε την ετυμηγορία του την 1η Οκτωβρίου 1946, ο πρώτος των κατηγορουμένων, Χέρμαν Γκέρινγκ, άκουσε την εσχάτη των ποινών. Είχε βρεθεί ένοχος όλων των κατηγοριών. Ζήτησε να πεθάνει ως στρατιώτης στο εκτελεστικό απόσπασμα. Του το αρνήθηκαν. Κατόπιν ζήτησε να του δοθεί η τελευταία μετάληψη από έναν λουθηρανό ιερέα. Του το αρνήθηκαν επίσης. Ετσι, την νύχτα πριν από τον προκαθορισμένο απαγχονισμό του, στις 15 Οκτωβρίου 1946, δάγκωσε μια γυάλινη αμπούλα με υδροκυάνιο και ύστερα από μερικά λεπτά επιθανάτιων σπασμών το σώμα του απέμεινε άψυχο πάνω στην κλίνη του κελιού του. Ως το τέλος ο Γκέρινγκ κατήγγελλε τη Δίκη της Νυρεμβέργης ως μια παρωδία δικαίου, μια μασκαράτα πίσω από την οποία υπήρχε μόνο η θέληση για εκδίκηση από τους νικητές εις βάρος των ηττημένων του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Οσο για το πώς η αμπούλα έφτασε στα χέρια του Γκέρινγκ, αναπτύχθηκε κατόπιν μια ολόκληρη φιλολογία, με εικασίες, σενάρια, αλλά και ομολογίες. Υποτίθεται ότι κάποιοι φίλοι του είχαν διοργανώσει μια κατασκοπευτικού τύπου επιχείρηση, με τη «Μόνα», μια πράκτορα που πούλησε έρωτα σε έναν δεσμοφύλακα, ο οποίος για χάρη της πέρασε στον Γκέρινγκ έναν, δήθεν αθώο, στυλογράφο. Αντί για μελάνι, όμως, αυτός περιείχε μία ή περισσότερες αμπούλες με υδροκυάνιο.
Εντούτοις, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο Γκέρινγκ είχε προσχεδιάσει εξαρχής την αυτοκτονία του, έχοντας φροντίσει να κρύψει δύο αμπούλες στα προσωπικά αντικείμενα που πήρε μαζί του στη φυλακή όταν συνελήφθη από τους Συμμάχους. Εξ ου και η μία βρέθηκε εκ των υστέρων στη θήκη με την κρέμα που χρησιμοποιούσε για να διατηρεί τα μαλλιά του ίσια, τακτοποιημένα και απαστράπτοντα, σύμφωνα με τη μόδα της εποχής. Οταν δάγκωσε τη μοιραία αμπούλα ήταν 53 ετών. O Βρετανός συνήγορος της πολιτικής αγωγής, σερ Ντέιβιντ Μάξγουελ-Φάιφ
Ο διάλογος
Στις 21 Μαρτίου 1946, ανάμεσα στον Χέρμαν Γκέρινγκ και τον Βρετανό συνήγορο της πολιτικής αγωγής σερ Ντέιβιντ Μάξγουελ-Φάιφ, διημείφθη ένας από τους πιο μνημειώδεις διαλόγους της Νυρεμβέργης και πραγματικά αξίζει να τον διαβάσει κανείς ολόκληρο στην 6.297η σελίδα των πρακτικών από την πρώτη δίκη (IMT-1, International Military Tribunal, ήτοι ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία και ΕΣΣΔ εναντίον Χέρμαν Γκέρινγκ και άλλων): - «Κύριε Γκέρινγκ, μήπως θυμάστε τι είπατε στο δικαστήριο για τις σχέσεις σας με τον Φύρερ; Επιτρέψτε μου να επαναλάβω τα λόγια σας. “Η κύρια επιρροή στον Φύρερ, ως τα τέλη του 1941-αρχές του 1942, ήμουν εγώ. Κατόπιν, η δική μου επιρροή μειώθηκε σταδιακά μέχρι το 1943. Από το 1943 και μετά περιορίστηκε ραγδαία. Γενικότερα, δεν πιστεύω ότι κανείς είχε, ούτε καν κατά προσέγγιση, την επιρροή που ασκούσα εγώ στον Φύρερ”. Είναι ακόμη αυτή η άποψή σας για το συγκεκριμένο θέμα;
- Μάλιστα.
- Εχω την εντύπωση, επίσης, ότι δηλώσατε στο δικαστήριο ότι ως το τέλος η πίστη σας στον Φύρερ παρέμεινε ακλόνητη. Σωστά;
- Σωστά. Αλλά δεν βρίσκομαι εδώ ούτε για να δικαιολογήσω τον Φύρερ, ούτε για να τον εξυμνήσω. Βρίσκομαι εδώ μόνο για να τονίσω ότι διατήρησα την πίστη μου προς αυτόν και τις υποσχέσεις που του είχα δώσει.
- Ο Φύρερ, πάντως, πρέπει να είχε πλήρη γνώση του τι συνέβαινε όσον αφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη μεταχείριση των Εβραίων και όσων χρησιμοποιούνταν σε καταναγκαστικά έργα, έτσι δεν είναι;
- Εχω ήδη υποδείξει ότι, κατά τη γνώμη μου, ο Φύρερ δεν γνώριζε αυτές τις λεπτομέρειες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως παρουσιάστηκαν εδώ. Απ’ ό,τι τον γνωρίζω, δεν πιστεύω πως είχε ενημερωθεί επαρκώς.
- Εγώ δεν σας ερωτώ για λεπτομέρειες. Ρωτώ για τη δολοφονία 4-5 εκατομμυρίων ανθρώπων. Υπονοείτε ότι κανείς στη Γερμανία, εκτός από τον Χίμλερ και ίσως τον Καλτενμπρούνερ, δεν γνώριζε κάτι γι’ αυτό;
- Είμαι της άποψης ότι ο Φύρερ δεν γνώριζε αυτούς τους αριθμούς. Αυτή ήταν η άποψή μου τότε, και η ίδια παραμένει σήμερα.
- Τότε επιτρέψτε μου, παρακαλώ, να σας υπενθυμίσω την ένορκη κατάθεση του δρος Βίλχελμ Χετλ. Αναφέρει ότι περίπου 4.000.000 Εβραίοι σκοτώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ άλλοι 2.000.000 θανατώθηκαν με άλλες μεθόδους. Ας υποθέσουμε ότι τα στοιχεία αυτά είναι σωστά έστω και κατά 50%. Ας υποθέσουμε, δηλαδή, ότι τα θύματα ήταν 2.000.000 και 1.000.000 αντίστοιχα. Εσείς, λοιπόν, ισχυρίζεστε ενώπιον αυτού του δικαστηρίου ότι ένας υπουργός με τη δύναμη που είχατε εσείς στο Ράιχ θα μπορούσε να έχει πλήρη άγνοια για ό,τι συνέβαινε;
- Αυτό ακριβώς δηλώνω - ειδικά επειδή είναι η αλήθεια. Αυτά τα πράγματα κρατήθηκαν μυστικά από εμένα. Είμαι μάλιστα της άποψης ότι ούτε καν ο Φύρερ γνώριζε, έστω και αμυδρά, την έκταση των γεγονότων. Ενα άλλο επιχείρημα προς επίρρωσιν της άποψής μου είναι ότι ο Χάινριχ Χίμλερ κρατούσε όλα αυτά τα ζητήματα απολύτως μυστικά από όλους».
Ο ανώτατος αρχηγος των SS Χίμλερ είχε ήδη αυτοκτονήσει από το 1945. Ο Γκέρινγκ μπορούσε να του καταλογίζει ελεύθερα οτιδήποτε εξυπηρετούσε τη λυσσαλέα άμυνά του απέναντι στην ασφυκτική πίεση του κατηγορητηρίου στη Νυρεμβέργη.
Ενα τεράστιο εγχείρημα
Η δίκη υπ’ αριθμόν 1 της Νυρεμβέργης άρχισε στις 20 Νοεμβρίου 1945 και ολοκληρώθηκε 10 μήνες και 12 ημέρες αργότερα. Οι Σύμμαχοι, έχοντας συμφωνήσει, σε πρώτη φάση από το 1942 κιόλας και κατόπιν τον Αύγουστο του 1945, να τιμωρήσουν από κοινού τους Γερμανούς για το απέραντο λουτρό αίματος που είχαν προκαλέσει, εντέλει αποφάσισαν να παραπέμψουν σε δίκη τους βασικούς υπεύθυνους της καταστροφής.
Παρά την άποψη του Τσόρτσιλ και του Ιωσήφ Στάλιν ότι οι πρωταίτιοι θα έπρεπε να εκτελεστούν με συνοπτικές διαδικασίες, επικράτησε η λογική των Αμερικανών, οι οποίοι και ανέλαβαν τη διοργάνωση τόσο της βασικής όσο και των λεγόμενων «παρεπόμενων» 12 δικών της Νυρεμβέργης, με μια μακρά σειρά από επιμέρους αδικήματα και κατηγορουμένους.
Σε ό,τι αφορά πάντως τη Δίκη Νο 1, η ναζιστική νομενκλατούρα εκπροσωπήθηκε από 24 πρωτοκλασάτους επιτελείς του Χίτλερ από διάφορους τομείς. Μαζί με αυτούς παραπέμφθηκαν 6 κρατικοί οργανισμοί της ναζιστικής Γερμανίας (Γκεστάπο, SS κ.ά.). Οι κατηγορίες ήταν κατά βάση 4, αλλά με μια δέσμη επιμέρους βαρύτατων αδικημάτων η καθεμία. Συγκεκριμένα, οι αρχιναζιστές κατηγορήθηκαν για: α) συνωμοσία για τη διάπραξη εγκλημάτων κατά της ειρήνης, τη διεξαγωγή επιθετικών πολέμων, εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητος, β) εγκλήματα κατά της ειρήνης, γ) εγκλήματα πολέμου, δ) εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Οι δικαστές ήταν 8 (2 Σοβιετικοί, 3 Βρετανοί, ένας Αμερικανός και δύο Γάλλοι), με επικεφαλής τον Βρετανό Τζέφρι Λόρενς. Η, επίσης διεθνής, ομάδα των δημοσίων κατηγόρων απαρτιζόταν από 13 διαπρεπείς νομικούς, προεξαρχόντων των Αμερικανών Ρόμπερτ Τζάκσον και Τέλφορντ Τέιλορ. Ενώ την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβε ένας λόχος, Γερμανών ως επί το πλείστον, 51 δικηγόρων.
Στο βήμα ανέβηκαν 19 κατηγορούμενοι, εξετάστηκαν 33 μάρτυρες κατηγορίας και 61 υπεράσπισης, ενώ ως αποδεικτικά στοιχεία προσκομίστηκαν δεκάδες χιλιάδες έγγραφα, δακτυλόγραφα και χειρόγραφα, φωτογραφίες κ.ο.κ.
Εκτός αυτών, στην ειδικά τροποποιημένη, περίφημη πλέον, αίθουσα No. 600 στο Μέγαρο Δικαιοσύνης της Νυρεμβέργης παρέστησαν δεκάδες γραμματείς, βοηθοί και, κυρίως, πεπειραμένοι διερμηνείς. Εξάλλου, μία από τις επαναστατικές καινοτομίες της Νυρεμβέργης ήταν η δυνατότητα άμεσης, ζωντανής μετάφρασης όσων διαμείβονταν ανά πάσα στιγμή της ακροαματικής διαδικασίας στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά και ρωσικά χάρη σε ένα σύστημα της IBM, το οποίο χρησιμοποιήθηκε τότε για πρώτη φορά. Εβραίοι με το άστρο του Δαυίδ στο στήθος έχουν μόλις καταφθάσει με τρένο στο Αουσβιτς. Οι περισ-σότεροι από αυτούς θα οδηγηθούν στους θαλάμους αερίων
Οι κατηγορούμενοι
Στο εδώλιο της Νυρεμβέργης κάθισαν τελικώς 21 κατηγορούμενοι. Οι Χ. Γκέρινγκ, Χ. Φρανκ, Β. Φρικ, Α. Γιοντλ, Ε. Καλτενμπρούνερ, Β. Κάιτελ, Γ. φον Ρίμπεντροπ, Α. Ρόζεμπεργκ, Φ. Ζάουκελ, Α. Ζέις-Ινκουαρτ και Τζ. Στράιχερ, 11 τον αριθμό, οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Το ίδιο και ο γραμματέας του Χίτλερ, Μάρτιν Μπόρμαν, ο οποίος δικάστηκε ερήμην καθώς είχε προλάβει να εξαφανιστεί.
Η τριάδα των Β. Φουνκ, Ρ. Ες, Ε. Ρέντερ άκουσε ποινή ισοβίων δεσμών, στους Α. Σπέερ, Μπ. φον Σίραχ, Κ. φον Νόιρατ, Κ. Ντένιτζ επιβλήθηκε κάθειρξη από 10 έως 20 έτη, ενώ οι Χ. Φρίτσε, Φ. φον Πάπεν, Χ. Σαχτ κηρύχθηκαν αθώοι. Επίσης, ο μεγαλοβιομήχανος Γκούσταφ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ εξαιρέθηκε της συγκεκριμένης δίκης λόγω προχωρημένου γήρατος και επιβαρυμένης υγείας και ο Ρόμπερτ Λέι, ο αποκαλούμενος και «δικτάτορας των εργατών» ως διορισμένος από τον Χίτλερ αρχισυνδικαλιστής, είχε αυτοκτονήσει έναν μήνα πριν από την έναρξη της δίκης.
Συνολικά, ένοχοι κρίθηκαν 19 από τους 24 υποδίκους και 3 από τα 6 ναζιστικά θεσμικά όργανα. Φυσικά, ο Χίμλερ, ο Γκέμπελς και ο Αδόλφος Χίτλερ δεν συνελήφθησαν και δεν αντιμετώπισαν ποτέ τη Δικαιοσύνη για τα εγκλήματά τους. Αυτοκτόνησαν εγκαίρως.
Οι Ελληνες στις δίκες
Σχηματικά, η πρώτη Δίκη της Νυρεμβέργης εστίασε κυρίως στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων. Με αυτό ως δεδομένο, τα επιμέρους εγκλήματα των ναζί διαδραμάτισαν δευτερεύοντα ρόλο και απασχόλησαν τους διαδίκους κατά κανόνα εν παρόδω, κάτι που ίσχυσε και για την Ελλάδα.
Η εξέταση και ο ενδεχόμενος καταλογισμός ευθυνών για τις σφαγές στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο, στο Κομμένο Αρτης, τους Λιγγιάδες Ιωαννίνων κ.λπ. μετατέθηκαν για το 1947 και την 7η κατά σειρά Δίκη της Νυρεμβέργης, τη λεγόμενη και «Δίκη των Ομήρων». Για την οποία τα περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία βρίσκονται στο μικρό σύγγραμμα «Η Σφαγή του Κομμένου» (Αθήνα, 1976) του Στέφανου Β. Παππά, ο οποίος γράφει ότι «στο Δικαστήριο της Νυρεμβέργης παρευρίσκονταν από τον Ιούνιο του 1947 ως εκπρόσωποι της ελληνικής δικαιοσύνης ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κ. Δημ. Κιουσόπουλος, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Μιχ. Τσαμαδός και ο στρατιωτικός ακόλουθος ταξίαρχος Ι. Τσιγάντες.
Οσοι κληθήκαμε σαν μάρτυρες στο Μεγάλο Δικαστήριο συγκεντρωθήκαμε, βάσει διαταγής, στο ξενοδοχείο της “Μεγάλης Βρεττανίας” την 4ην Αυγούστου 1947. Από κει μεταφερθήκαμε με συνοδό Αγγλο εισαγγελέα και με την κυρία του, με αυτοκίνητο της αεροπορικής συγκοινωνίας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.
Οι μάρτυρες ήταν: 1) Ιωάννης Σόντης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών της Νομικής Σχολής, 2) Νικόλαος Νέρης, γενικός διευθυντής Ασφαλείας Αθηνών, 3) Στέφανος Β. Παππάς, ως μάρτυρας κατηγορίας του Γερμανού στρατηγού Ηπείρου Χούμπερτ Λαντς, 4) Τάκης Σπηλιόπουλος, τότε δήμαρχος Καλαβρύτων, ως μάρτυρας της εκεί σφαγής, 5) Καραμερτζάνης, δικηγόρος, ως μάρτυρας της σφαγής του Διστόμου, ο οποίος όμως δεν έγινε δεκτός ως μάρτυρας καθώς δεν θεωρήθηκε αυτόπτης μάρτυς και 6) ο δημοσιογράφος Κώστας Τριανταφυλλίδης.
Στη Νυρεμβέργη φθάσαμε με μια στρατιωτική Ντακότα την επομένη ημέρα, 5 Αυγούστου, διότι μείναμε μια νύχτα στη Ρώμη για έλεγχο του αεροπλάνου. Η Νυρεμβέργη ήταν ακόμη πέρα για πέρα ερειπωμένη από τους άγριους βομβαρδισμούς των μεγάλων συμμάχων. Ο υπερήφανος και σκληρός, όπως τον βλέπουμε σαν στρατιώτη κατακτητή, αυτός ο γερμανικός λαός, μας αντίκριζε με δέος, ζητώντας ένα τσιγάρο σαν μας έβλεπε να καπνίζουμε».
Το κτίριο όπου έγιναν οι Δίκες της Νυρεμβέργης
Οι αμφισβητήσεις
Οποιες και αν ήταν οι προσδοκίες της ελληνικής αντιπροσωπείας από τη «Δίκη των Ομήρων», με κατηγορούμενους 12 Γερμανούς στρατηγούς που έδρασαν στα Βαλκάνια, θα έφευγαν από τη Νυρεμβέργη με περισσότερα ερωτηματικά απ’ ό,τι είχαν προηγουμένως. Επί πολλά χρόνια, μάλιστα, επί δεκαετίες ολόκληρες, οι Ελληνες μάρτυρες δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για την τελική ετυμηγορία των δικαστών.
Περί αυτού είναι χαρακτηριστική η αγωνία του Στέφανου Παππά να μάθει αν ο στρατηγός Χούμπερτ Λαντς, τον οποίο ο ίδιος θεωρούσε ηθικό αυτουργό για το ασύλληπτο μακελειό στο Κομμένο της Αρτας, είχε τιμωρηθεί όπως άρμοζε στη βαρβαρότητα που διέπραξε. Ηταν πια 1972, δηλαδή 23 χρόνια μετά από το πέρας της Δίκης Νο 7 της Νυρεμβέργης όταν, επιτέλους, ο Παππάς πήρε την απάντηση που ζητούσε απεγνωσμένα. Αν και όχι την απάντηση που θα τον έκανε να νιώσει ότι η μαζική θυσία των συγχωριανών του στο Κομμένο δεν έμεινε εντελώς αδικαίωτη. Τον Μάιο του 1972, λοιπόν, ο Δ. Κιουσόπουλος αποστέλλει απαντητική επιστολή στον Στέφανο Παππά:
«Φίλε Κύριε Παππά, Με εξαιρετικήν ευχαρίστησιν έλαβα και τα δύο γράμματά σας. Δεν σας απήντησα αμέσως στο πρώτο, διότι επεθύμουν να συναντηθώ με τον καθηγητήν κ. Ι. Σόντην, όστις επανελθών εις την Νυρεμβέργην μετά την εκείθεν αναχώρησίν μας ήλπιζα να ενεθυμείτο και να εγνώριζε περισσότερα από εμέ. Δυστυχώς, και εκείνος δεν ήτο εις θέσιν να μου παράσχη περισσοτέρας πληροφορίας, πλην του γεγονότος ότι όλοι οι κατηγορούμενοι στρατηγοί διέφυγον της ποινής του θανάτου. Τούτο συνέβη κατά την γνώμην μου διότι η πολιτική της Αμερικής μετεστράφη. Μετά την ρήξιν μετά της Ρωσίας εκαλλιέργησε φιλικάς σχέσεις μετά της Γερμανίας και επόμενον ήτο και το Δικαστήριον να τηρήση ανάλογον συμπεριφοράν. Πολύ θα χαρώ αν καμιάν ημέραν περνούσατε από το σπίτι μου καί μας εδίδετο η ευκαιρία να ενθυμηθώμεν των ωραίων ημερών που περάσαμε εις την Νυρεμβέργη. Μετά πολλήν εκτίμησιν, Δημήτριος Κιουσόπουλος».
Κάπως έτσι, κάπως ανάλαφρα, αλλά με τον πραγματισμό του ανθρώπου που κατανοεί πώς λειτούργησαν στην πράξη οι νέοι συσχετισμοί δυνάμεων που προέκυψαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, ο Κιουσόπουλος ενταφίασε τις όποιες ελπίδες είχε ένας Ελληνας, αυτόπτης μάρτυρας και θύμα της ναζιστικής μανίας για τον όλεθρο.
Οι Δίκες της Νυρεμβέργης δεν είχαν κανένα προηγούμενο και, κατ' ουσίαν, καμία συνέχεια. Για τη διεξαγωγή τους απαιτήθηκε η προσαρμογή της νομολογίας περί πολέμου και η εφεύρεση της κατηγορίας «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Παρ’ όλα αυτά, από νομικής άποψης, οι Δίκες της Νυρεμβέργης βάδιζαν σε όλο και πιο λεπτό πάγο, καθώς διαρκώς επικρέματο η θεμελιώδης αμφισβήτηση ότι επρόκειτο περί μιας θεαματικής επιβολής του δικαίου του ισχυρού επί του εξουδετερωμένου πλέον εχθρού.
Ως προς τη θεωρία, ποτέ δεν απαντήθηκε πειστικά το επιχείρημα όσων αμφισβήτησαν το δικαιικό υπόβαθρο της Νυρεμβέργης, επικαλούμενη το προαιώνιο «tu quoque» («κι εσύ τα ίδια»), δηλαδή την αντίφαση που διατρέχει τον ρόλο του απονέμοντος δικαιοσύνη, ενώ ταυτόχρονα βαρύνεται με παρόμοιες κατηγορίες, όπως ακριβώς αυτές που απαγγέλλει.
Ενας εκ των δημίων ετοιμάζει την αγχόνη για την εκτέλεση των καταδικασμένων ναζί
Tο φάντασμα του Γκέρινγκ
Πιο απλά, οι ναζί αρχιεγκληματίες ήταν απολύτως πεπεισμένοι όχι μόνο πως οι φρικαλέες πράξεις τους εξιλεώνονταν αυτομάτως επειδή εκτελούσαν διαταγές άνωθεν, αλλά και ότι οι Σύμμαχοι -κυρίως δε οι Αμερικανοί- δεν είχαν κανένα δικαίωμα να τους δικάσουν. Εφόσον είχαν ισοπεδώσει με τους ανελέητους βομβαρδισμούς τους τη Γερμανία και, βέβαια, είχαν χρησιμοποιήσει την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Τις ίδιες ημέρες μάλιστα που διαπραγματεύονταν στο Λονδίνο για τον ποινικό κολασμό του ναζισμού. Συνεπώς, το φάντασμα του Γκέρινγκ έχει αρκετούς λόγους να καγχάζει, αμφισβητώντας τη Δικαιοσύνη της Νυρεμβέργης, με τον σαρκασμό του να αντηχεί, ανατριχιαστικά, εις το διηνεκές.