Μιλώντας για την υπόθεση, ο κ. Καμπαρούδης περιέγραψε τα συναισθήματά του όταν πληροφορήθηκε τις εξελίξεις, τονίζοντας πως η μεγαλύτερη απογοήτευση προέρχεται από το γεγονός ότι κάποιοι φέρονται να εκμεταλλεύτηκαν τον ανθρώπινο πόνο και την ευαισθησία των πολιτών.
«Απογοήτευση κατά κύριο λόγο και οργή κατά δεύτερο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι, όπως και χιλιάδες άλλοι πολίτες, είχε συνεισφέρει οικονομικά, πιστεύοντας πως τα χρήματα θα έφταναν σε παιδιά που πραγματικά είχαν ανάγκη.
Όπως αποκάλυψε, η δική του συνεισφορά έγινε με δική του πρωτοβουλία, καθώς παρακολουθούσε τις αναρτήσεις της οργάνωσης στο διαδίκτυο και αποφάσισε να βοηθήσει μέσω τραπεζικής κατάθεσης. Όπως διευκρίνισε, δεν υπήρξε προσωπική προσέγγιση από εκπροσώπους της ΜΚΟ, ούτε επικοινώνησε κάποιος μαζί του στη συνέχεια ζητώντας νέα οικονομική ενίσχυση.
Αναφερόμενος στο ποσό που κατέθεσε, απέφυγε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, σημειώνοντας ότι δεν επρόκειτο για κάποιο μεγάλο χρηματικό ποσό, αλλά για μια συνεισφορά που έκανε ως απλός πολίτης, με μοναδικό κίνητρο την επιθυμία να βοηθήσει.
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε, ωστόσο, για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η υπόθεση στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες.
«Το χειρότερο κακό πιστεύω ότι είναι αυτό», είπε, επισημαίνοντας ότι τέτοιες υποθέσεις δημιουργούν δυσπιστία ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους και οργανώσεις που προσφέρουν πραγματικά έργο. Όπως υπογράμμισε, υπάρχει πλέον ο κίνδυνος πολίτες που έχουν τη διάθεση να βοηθήσουν να διστάζουν να το κάνουν, φοβούμενοι μήπως πέσουν θύματα εξαπάτησης.
Κλείνοντας, ο Παναγιώτης Καμπαρούδης κάλεσε τους πολίτες να συνεχίσουν να στηρίζουν όσους έχουν ανάγκη, αλλά με μεγαλύτερη προσοχή και διασφαλίζοντας ότι η οικονομική βοήθεια φτάνει απευθείας στους δικαιούχους.
«Όταν υπάρχει η διάθεση να βοηθήσουμε, να βοηθάμε, αλλά απευθείας προς την οικογένεια, όχι με μεσάζοντες», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμά του.
Ακούστε τη συνέντευξη εδώ:
