Οι υγειονομικοί συγκεντρώθηκαν από τις 8.30 το πρωί έξω από το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στην κυβερνητική πολιτική για τον χώρο της Υγείας και θέτοντας στο επίκεντρο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι δημόσιες δομές υγείας.
Μετά τη συγκέντρωση, οι διαδηλωτές πραγματοποίησαν πορεία στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, με κατεύθυνση το Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης.
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζομένων του Νοσοκομείου Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος Μανωλίτσας, αναφέρθηκε στα σοβαρά προβλήματα στελέχωσης που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο, επισημαίνοντας ότι περίπου το 25% των οργανικών θέσεων παραμένει κενό.
Όπως δήλωσε, μεγάλο μέρος των εργαζομένων απασχολείται με ελαστικές σχέσεις εργασίας. Παράλληλα, έκανε λόγο για ένα προσωπικό που “γερνά”, καθώς μόλις το 10% των εργαζομένων είναι κάτω των 30 ετών.
Ο κ. Μανωλίτσας στάθηκε επίσης στο ζήτημα των εφημεριών, καταγγέλλοντας μεροληπτική διαχείριση και υπογραμμίζοντας ότι το Νοσοκομείο Παπαγεωργίου καλείται να ανταποκριθεί στις εφημεριακές του υποχρεώσεις χωρίς την απαιτούμενη στήριξη.
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Κούτρας, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΝΙΘ, χαρακτήρισε την κατάσταση στον χώρο της δημόσιας υγείας “απαράδεκτη”, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ουσιαστική χρηματοδότηση.
Ο γενικός γραμματέας της ΠΟΕΔΗΝ, Χρήστος Παπαναστάσης, χαρακτήρισε τα αιτήματα των εργαζομένων αυτονόητα, θέτοντας στο επίκεντρο τις μισθολογικές διεκδικήσεις.
Μεταξύ άλλων, ζήτησε την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, την κατάργηση της εισφοράς 2% υπέρ της ανεργίας, καθώς και αυξήσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων. Όπως υποστήριξε, οι μισθοί στον δημόσιο τομέα βρίσκονται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Παράλληλα, επανέφερε το αίτημα για ένταξη όλων των εργαζομένων στον χώρο της Υγείας στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιαννάκος, τόνισε ότι “είναι η τελευταία ευκαιρία να αντιστρέψει το κλίμα και να γίνει ελκυστικό το ΕΣΥ”, υπογραμμίζοντας ότι βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι η ουσιαστική αύξηση των μισθών.
Όπως σημείωσε, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται πλέον να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τις οικογένειές τους, με αποτέλεσμα αρκετοί να αναζητούν εργασία είτε στο εξωτερικό είτε στον ιδιωτικό τομέα.
Ενδεικτικά, ανέφερε ότι ένας νοσηλευτής λαμβάνει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περίπου 868 ευρώ, ενώ ένας τραυματιοφορέας περίπου 700 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι αποδοχές βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.
Ο κ. Γιαννάκος προειδοποίησε, τέλος, για τον κίνδυνο περαιτέρω συρρίκνωσης του δημόσιου χαρακτήρα της Υγείας, εκτιμώντας ότι, εάν δεν υπάρξει άμεση ενίσχυση του ΕΣΥ, ολοένα και περισσότερες υπηρεσίες θα καλύπτονται στο μέλλον από τον ιδιωτικό τομέα.
