Όπως εξήγησε, μέχρι σήμερα η «διαταγή εξώσεως» εφαρμοζόταν κυρίως σε περιπτώσεις μη καταβολής ενοικίων, επιτρέποντας την απομάκρυνση ενοικιαστή μέσα σε περίπου 50-60 ημέρες. Ωστόσο, στις περιπτώσεις λήξης μίσθωσης, ο ιδιοκτήτης ήταν υποχρεωμένος να προσφύγει σε αγωγή, μια διαδικασία που μπορούσε να διαρκέσει «από 6 μέχρι 12 μήνες», δημιουργώντας σημαντικές καθυστερήσεις.
Η βασική αλλαγή που επισημαίνει ο κ. Γαλλής είναι ότι πλέον η διαταγή εξώσεως θα μπορεί να εφαρμόζεται και μετά τη λήξη της μίσθωσης. «Αν κάποιος λοιπόν έληξε η μίσθωση και μείνει μέσα, σε δύο μήνες θα βγει», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη σημαντική επιτάχυνση του χρόνου απομάκρυνσης.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στην πρακτική διάσταση της έξωσης, τονίζοντας ότι, παρά τη νομική απλοποίηση, η διαδικασία παραμένει απαιτητική και κοστοβόρα. «Θέλει να πληρώσεις τον κλειδαρά… από χιλιάρικο και πάνω», ενώ σε πλήρη έξωση με μεταφορά και αποθήκευση αντικειμένων «μπορεί να φτάσεις και πολύ περισσότερα». Όπως εξήγησε, τα αντικείμενα του ενοικιαστή πρέπει να φυλάσσονται έως και έξι μήνες, με υποχρεωτική διαδικασία πλειστηριασμού πριν από οποιαδήποτε απόρριψη.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην απουσία μητρώου «κακών ενοικιαστών», καθώς «δεν υπάρχει μητρώο κακών ή καλών ενοικιαστών», κάτι που δυσκολεύει την αξιολόγηση της φερεγγυότητας. Επιπλέον, διευκρινίστηκε ότι η εγγύηση «δεν μπορεί να είναι πάνω από δύο μισθώματα», ενώ κοινωνικοί λόγοι, όπως ανεργία ή ασθένεια, δεν μπορούν να αναστείλουν νομικά μια έξωση.
Τέλος, ο κ. Γαλλής σημείωσε ότι από 1η Μαΐου οι διαταγές εξώσεως θα εκδίδονται από δικηγόρους και όχι από δικαστές, στο πλαίσιο αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά η διαδικασία.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ:
